Τρίτη 12 Δεκεμβρίου 2017
x

ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ ΚΑΙ ΕΛΠΙΔΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΤΗΣ Β. ΕΛΛΑΔΟΣ ΣΤΑ ’50S

Οι δύο φάσεις που γνώρισε η βορειοελλαδική βιομηχανία τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1950 και η «προστασία της επαρχιακής βιοµηχανίας»

Η δεκαετία του 1950 ήταν μια δύσκολη και συγχρόνως ελπιδοφόρα περίοδος για όλη την Ελλάδα και ειδικότερα για την οικονομία της χώρας και τη βιομηχανία της Βορείου Ελλάδος. Δύσκολη, διότι οι πάντες όφειλαν να ξεπεράσουν τις συνέπειες των δεινών της δεκαετίας του 1940, που άρχισε με μια φασιστική εισβολή, συνεχίστηκε με τη σκληρή Κατοχή και ολοκληρώθηκε με τον Εμφύλιο πόλεμο.

Όπως αναφέρει ο Ευάγγελος Χεκίμογλου στο λεύκωμα για τον πρώτο αιώνα του Συνδέσμου Βιομηχανιών Βορείου Ελλάδος, η παγίωση υψηλότερου ρυθµού αύξησης της βιοµηχανικής παραγωγής στην Αττική µετά τον πόλεµο είχε ως αποτέλεσµα η συµµετοχή της Βόρειας Ελλάδας στη συνολική παραγωγή να µειωθεί στο 13% κατά την περίοδο 1950 - 1952, έναντι 25% που ήταν στη δεκαετία του 1920. Στη διάρκεια των πρώτων χρόνων της δεκαετίας του 1950 η βορειοελλαδική βιοµηχανία γνώρισε δύο φάσεις. Μέχρι τις αρχές του 1951 η τάση της παραγωγής ήταν ανοδική. Αν και δεν έφτασε τους ρυθµούς της βιοµηχανίας της Αττικής, σχεδόν προσέγγισε τα προπολεµικά όρια. Από τις αρχές του 1951, όμως, εκδηλώθηκε ανάσχεση και σηµειώθηκαν ενδείξεις ύφεσης, όπως για παράδειγμα αύξηση των απολύσεων και µείωση του όγκου των καυσίµων που χρησιµοποιήθηκαν. Η ύφεση αυτή οφειλόταν κατά κύριο λόγο στο βαθµιαίο περιορισµό της αµερικανικής βοήθειας. Η νέα κατάσταση που διαμορφώθηκε είχε άµεσες επιπτώσεις στην απασχόληση και από τις αρχές του 1951 η ανεργία στη Θεσσαλονίκη αυξήθηκε αισθητά. Ήταν η εποχή που ακόμη και το ψωµί διανεµόταν µε δελτίο σε µερίδες των 100 δραµιών (περίπου 300 γραµµαρίων), ενώ η διάθεση µε δελτίο µιας οκάς ζάχαρης αποτελούσε είδηση για την πρώτη σελίδα των εφηµερίδων. Έτσι, η ζήτηση για βιοµηχανικά προϊόντα ήταν µειωµένη και αυτό έδινε την εντύπωση ότι η βιοµηχανία είχε κορεστεί στη Θεσσαλονίκη.

Η εικόνα του βιοµηχάνου

Στης αρχές της δεκαετίας του 1950 οι δηµόσιες δαπάνες απορροφούσαν το 25% του ΑΕΠ, το υψηλότερο στη Δυτική Ευρώπη. Ειδικά οι µισθοί και οι συντάξεις του προσωπικού του δηµόσιου τοµέα απορροφούσαν το 8% του ΑΕΠ. Το µέγεθος αυτό ισοδυναµούσε µε το 35% της αξίας της αγροτικής παραγωγής ή µε το 80% της αξίας της βιοµηχανίας. Με αυτά τα δεδοµένα το κράτος δεν ήταν σε θέση να ασκήσει κοινωνική πολιτική και την µετέθετε στους ώµους της βιοµηχανίας. Αυτή η προσπάθεια συνέβαλε στη δημιουργία αρνητικής εικόνας για τον βιοµήχανο, ο οποίος θεωρήθηκε «ένας κερδοσκόπος εκµεταλλευτής, ο οποίος αποβλέπει µόνον εις το πώς να αυξήσει τα κεφάλαιά του».

Συνεχίζονται οι δυσκολίες

Στο μεταξύ η βιομηχανική δραστηριότητα εξακολουθούσε να καλλιεργείται σε δύσκολες συνθήκες, ιδιαίτερα στη Β. Ελλάδα. Ο Σύνδεσμος συνέχισε τις προσπάθειες να βελτιώσει τους όρους χρηµατοδότησης, µε διαβήµατα στην Νοµισµατική Επιτροπή και την κυβέρνηση. Έλαβε πολλές υποσχέσεις, αλλά ελάχιστα έγιναν. Ειδικά για τις πιστώσεις του Σχεδίου Μάρσαλ, η συµµετοχή της Βόρειας Ελλάδας ήταν κωµικά χαµηλή. Το 1949 κάλυπτε ποσοστό 3,5% και το 1951 ποσοστό 3% του συνόλου. Εξαίρεση αποτέλεσε το έτος 1950, στη διάρκεια του οποίου οι πληγείσες από τους αντάρτες βιοµηχανίες των Καταρρακτών έλαβαν το 20% των πιστώσεων και οι λοιπές το 7,5%. Συνολικά, όµως, η βορειοελλαδική βιοµηχανία πιστοδοτήθηκε σε ποσοστό πολύ χαµηλότερο από τη - µειωµένη έστω - παραγωγική δυναµικότητά της.

Η εισαγωγή καυσίµων απελευθερώθηκε τον Αύγουστο 1950, αλλά ήταν µία ελευθερία µε δεµένα χέρια, διότι οι βιοµηχανίες εξακολουθούσαν να είναι δέσµιες των δηµοσίων υπηρεσιών σε ό,τι αφορούσε την έγκριση εξαγωγής συναλλάγµατος για την αγορά των καυσίµων. Στην πραγµατικότητα, οι εταιρείες καυσίµων έλαβαν εντολή να χορηγούν καύσιµα βάσει παλαιών πινάκων προµήθειας καυσίµων, ενώ τις νέες άδειες προµήθειας χορηγούσε η αρµόδια οικονοµική εφορία.
 
Η «προστασία της επαρχιακής βιοµηχανίας»

Η έννοια της προστασίας της εκτός Αττικής βιοµηχανίας εδραιώνεται πλήρως τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1950. Η «προστασία» σήµαινε τη δηµιουργία προϋποθέσεων για να εξισορροπηθούν τα µειονεκτήµατα που είχαν συσσωρευθεί εις βάρος της εκτός Αττικής βιοµηχανίας -για παράδειγμα ακριβότερη ενέργεια, ακριβότερα µεταφορικά, µειωµένη πρόσβαση σε κρατικές άδειες και χρηµατοδότηση, µικρότερο καταναλωτικό κοινό. Η έννοια της προστασίας της επαρχιακής βιοµηχανίες σήµαινε την παροχή αντισταθµισµάτων για τις υφιστάµενες επιχειρήσεις της επαρχίας και δεν ήταν ταυτόσηµη µε την έννοια της βιοµηχανικής αποκέντρωσης. Η γενική σηµασία της βιοµηχανικής αποκέντρωσης ήταν η παροχή κινήτρων για την ίδρυση βιοµηχανιών εκτός Αττικής. Η ειδική σηµασία ήταν η ανάπτυξη βιοµηχανίας σε περιοχές οι οποίες διέθεταν πρώτες ύλες προκειµένου να επιτευχθεί η βιοµηχανοποίηση των πρώτων υλών.

Στις αρχές του 1951 καταρτίσθηκε νοµοσχέδιο βιοµηχανικής αποκέντρωσης, το οποίο παρείχε στις επαρχιακές βιοµηχανίες πλεονεκτήµατα εις βάρος των βιοµηχανιών της Αττικής. Το νοµοσχέδιο αυτό εξοµοίωνε τη Θεσσαλονίκη µε την Αττική απαγορεύοντας επί πενταετία την ίδρυση νέων βιοµηχανιών στην περιοχή και µη παρέχοντας οιοδήποτε πλεονέκτηµα.

Τελικά η κατάφορη αυτή αδικία εις βάρος της Θεσσαλονίκης ανετράπη το 1952 και η ευρύτερη περιοχή συμπεριελήφθη στην «επαρχιακή βιομηχανία». Οι τελικές ρυθμίσεις απαγόρευαν την ίδρυση νέων βιοµηχανιών στην Αττική επί πενταετία, με περιορισµένες εξαιρέσεις. Επίσης καθιέρωναν περιθώριο διαφοράς 8% υπέρ των επαρχιακών βιοµηχανιών στις δηµόσιες προµήθειες, για να αντισταθµιστούν τα µεταφορικά και άλλα υψηλότερα κόστη, προέβλεπαν µείωση δασµών για εισαγόµενα µηχανήµατα και µειωµένο ΦΚΕ, ως κίνητρο για ίδρυση νέων µονάδων και καθιέρωναν χαµηλότερο επιτόκιο για τις τραπεζικές χορηγήσεις. Με τις ίδιες ρυθμίσεις μπήκε οριστικό τέλος στις δηµοτικές επιβαρύνσεις απαγορεύοντας την τοπική φορολογία επί της βιοµηχανίας.

Τον Ιανουάριο του 1951 χορηγήθηκε από την κυβέρνηση γενική αύξηση μισθών με αποτέλεσµα να διαµορφωθούν και πάλι συγκριτικά µειονεκτήµατα για την τοπική βιοµηχανία. Σηµαντικός παράγοντας αύξησης του εργασιακού κόστους ήταν η αναγκαστική απασχόληση εφέδρων, η οποία επιβάρυνε µόνον τους εργοδότες τους. Με υπόμνημα που υπέβαλε ο Σύνδεσμος στην κυβέρνηση και την Νοµισµατική Επιτροπή την άνοιξη του 1952 περιέγραψε τη δυσµενή κατάσταση στην οποία βρισκόταν η βιοµηχανία στη Β. Ελλάδα. Οι αιτίες αυτής της κακής εικόνας ήταν η διόγκωση του κόστους παραγωγής, η µειωµένη ζήτηση και η η έλλειψη ρευστών κεφαλαίων. Ειδικά η διόγκωση του κόστους παραγωγής αποδόθηκε στην αύξηση των τιµών των πρώτων υλών, στην αύξηση του τόκου των τραπεζικών χορηγήσεων, στην αύξηση του ηµεροµισθίων και στην αύξηση των κοµίστρων. Η έλλειψη ρευστών κεφαλαίων αποδόθηκε στο ελάχιστο περιθώριο κέρδους και στον περιορισµό των πιστώσεων. Η αύξηση των τραπεζικών πιστώσεων και η ελεύθερη εισαγωγή πρώτων υλών και ανταλλακτικών ήταν µεταξύ των κύριων αιτηµάτων του Συνδέσµου και των µέτρων που πρότεινε για την αντιµετώπιση της κατάστασης. Αξίζει να σημειωθεί ότι από έρευνα που διενέργησε την ίδια περίοδο ο Σύνδεσµος Ελλήνων Βιοµηχάνων, στην Αθήνα, οι τιµές των βιοµηχανικών προϊόντων βρίσκονταν χαµηλότερα από τον τιµάριθµο, σε σύγκριση µε την προπολεµική περίοδο.




A+
A-







ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ