Τετάρτη 28 Ιουνίου 2017
x

Η ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΗ ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΩΝ ΕΞΕΤΑΣΕΩΝ

Άρθρο στη Voria.gr του Δημήτρη Βαρτζόπουλου, πρώην γενικού γραμματέα Συντονισμού της κυβέρνησης Σαμαρά και πρώην προέδρου της ΝΔ Θεσσαλονίκης.

του Δημήτρη Βαρτζόπουλου*

Αυτές τις ημέρες εκατοντάδες χιλιάδες Ελλήνων, είτε ως έφηβοι, είτε ως οι γονείς και τα αδέλφια τους, υφίστανται μία ανεξίτηλα και ανεπανάληπτα τραυματική εμπειρία, μία από τις σημαντικότερες της ζωής τους. Τις εισαγωγικές εξετάσεις στα ελληνικά ΑΕΙ.

Δεν γνωρίζω καμία άλλη χώρα, της Δύσης τουλάχιστον, όπου η διαδικασία αυτή διακρίνεται από τέτοια ψυχολογική βαρβαρότητα.

Έχουμε συνηθίσει, να χαρακτηρίζουμε το επίπεδο ζωής σε μία χώρα από το κατά κεφαλήν εισόδημά της. Σίγουρα είναι ένας αξιόπιστος δείκτης. Από την άλλη πλευρά εξ ίσου σίγουρα ο δείκτης αυτός δεν προσφέρει επαρκή εικόνα της καθημερινότητας του πολίτη, εάν δεν συνοδεύεται από στοιχεία σχετικά με την ποιότητα και φιλικότητα των κρατικών υπηρεσιών παιδείας, υγείας και προνοίας, όπως και τον βαθμό της ιδιωτικής οικονομικής επιβάρυνσης, που αυτές επιβάλλουν.

Εκεί η Ελλάς είναι ο αδιαφιλονίκητος ουραγός. Στην χώρα μας συμβαίνουν τα εξής μοναδικά:

Κατ´ αρχάς την πρόσβαση στα ανώτερα και ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα επιλέγει το 75% των νέων, έναντι του 50% της Κεντρικής Ευρώπης. Τούτο δεν συμβαίνει πλέον, όπως στο παρελθόν, λόγω της ματαιοδοξίας των γονέων. Εξ ίσου πολύ λιγότερο πιθανή έχει καταστεί και η δια των σπουδών τακτοποίηση στο δημόσιο, όχι βεβαίως λόγω απροθυμίας (πρόσφατα: 30000 αιτήσεις για 400 θέσεις) όσο λόγω μειώσεως των προσλήψεων μονίμων υπαλλήλων. Το πραγματικό πρόβλημα έγκειται στην απόλυτη έλλειψη διασύνδεσης της επαγγελματικής τεχνικής εκπαίδευσης με τις ανάγκες της αγοράς, άρα και τις δυνατότητές της, να εξασφαλίζει γρήγορα καλά αμοιβόμενη εργασία, όπως έξω και να καταστεί ως εκ τούτου ελκυστική.

Σήμερα τα ΕΠΑΛ, ΙΕΚ και οι σχολές μαθητείας του ΟΑΕΔ λειτουργούν χωρίς καμμία διασύνδεση με τα επιμελητήρια, οι σχέσεις τους με τις επιχειρήσεις είναι επίσης αναιμικές. Η νομοθέτηση του reengineering του ΟΑΕΔ και η πλήρης προσαρμογή του όλου οικοδομήματος της μαθητείας στα ευρωπαϊκά δεδομένα (ιστορίας τουλάχιστον 500 ετών) που έγινε επί Σαμαρά, παραμένει χωρίς συνέχεια...

Η συσσώρευση λοιπόν προς τα ΑΕΙ προκαλεί συνθήκες σκληρότατου ανταγωνισμού. Τούτο φυσικά δεν είναι κατ´ αρχήν καθόλου κακό. Το κακό έγκειται στον τρόπο εκτίμησης των αποτελεσμάτων αυτού του ανταγωνισμού. Η επιλογή των επιτυχόντων από μία και μοναδική εξέταση ανά μάθημα χωρίς να λαμβάνεται καθόλου υπ´ όψη η συνολική επίδοση σε βάθος χρόνου, άλλες δεξιότητες και στοιχεία της προσωπικότητος απαραίτητα για την άσκηση του επιδιωκομένου πεδίου, ελαχιστοποιούν το δίκαιο άρα και την αποτελεσματικότητα της επιλογής.

Στην Ελλάδα η θελκτικότης των εκπαιδευτικών της ιδρυμάτων μετράται αποκλειστικώς βάσει της αποστάσεως τους εξ Αθηνών και Θεσσαλονίκης. Δεν υπάρχουν άλλες σημαντικές διαφοροποιήσεις, που να δικαιολογούν την επιλογή τους, πέραν του χωρικού στοιχείου. Είναι το μοναδικό κριτήριο που οδηγεί τους υποψηφίους στην συμπλήρωση των αιτήσεών τους. Η όποια ιδιαιτερότητα θα μπορούσε να δημιουργηθεί από αποφάσεις της Διοίκησης και του εκπαιδευτικού προσωπικού, μηδενίζεται, λόγω της παντελούς αδυναμίας τους να συνδιαμορφώνουν την επιλογή των φοιτητών τους. Οι ελπίδες, που δημιούργησε ο νόμος Διαμαντοπούλου, ότι θα μπορούσε, έστω στο απώτατο μέλλον, μία ανεξάρτητη έμπειρη Διοίκηση να δημιουργεί ιδιαίτερα προφίλ του ιδρύματός της που θα προσελκύουν πραγματικά ενδιαφερομένους και θα καθιστούν έτσι τον ανταγωνισμό δικαιότερο και αποτελεσματικότερο, κατέρρευσαν βέβαια στα πλαίσια της σοβιετικοποιήσεως του ελληνικού κράτους.

Κατά συνέπειαν όλων αυτών η επιλογή μεταξύ μεγάλων αριθμών με μία και μόνη εξέταση καθιστά μία μακρά και σκληρά εξαιρετικά εξειδικευμένη προετοιμασία αναπόδραστη. Έτσι προκύπτουν τα φροντιστήρια. Όλοι γνωρίζουμε, ότι αποτελούν μία ελληνική παγκόσμιο πατέντα. Εξ ίσου γνωστές είναι οι συνέπειές της πατέντας αυτής στην ποιότητα ζωής των εφήβων, στην διαμόρφωση του μορφωτικού τους επιπέδου και την οικονομική κατάσταση των ελληνικών νοικοκυριών. Όπως φυσικά και στην δημιουργία πολλών χιλιάδων θέσεων εργασίας και παραγωγής εισοδημάτων εμφανών τε και αφανών.

Τι μπορεί επ´ αυτού να γίνει; Δύσκολη η θεραπεία! Βαθεία η νόσος, αγγίζει πολλά ζωτικά όργανα. Να προσληφθούν ακόμη περισσότεροι εκπαιδευτικοί στο Δημόσιο, να κάνουν στα σχολεία αυτά, που γίνονται στα φροντιστήρια; Μα θα μπορούν; Φυσικά υπάρχουν πολλοί αξιότατοι δάσκαλοι, φυσικά όμως υπάρχουν και άλλοι τόσοι που λάθρα διαβιούν χάρις στην έλλειψη οιασδήποτε αξιολόγησης. Καινοτόμες, πρωτοποριακές λύσεις συνεργασίας του δημόσιου και ιδιωτικού τομέως ίσως είναι η μοναδική διέξοδος.

Είναι αυτονόητο, ότι ζητήματα αυτής της φύσεως χρήζουν μακρά και ενδελεχή πολιτική συζήτηση και διοικητική προετοιμασία. Μήπως όμως ενθυμείται κανείς πότε απετέλεσαν κριτήρια επιλογής πολιτικών σχηματισμών και προσώπων;

Προς το παρόν καλή επιτυχία στα παιδιά, καλό κουράγιο στους γονείς, ας μη ξεχνούμε, τίποτε δεν τελειώνει με μία εξέταση για κανένα!

*Ο Δημήτρης Βαρτζόπουλος διετέλεσε γενικός γραμματέας Συντονισμού της κυβέρνησης Αντώνη Σαμαρά, υφυπουργός Υγείας και πρόεδρος της Διοικούσας Επιτροπής στη ΝΔ Θεσσαλονίκης.





A+
A-







ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ