Τετάρτη 17 Ιανουαρίου 2018
x

ΤΟ 2018 ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΘΟΡΙΣΤΙΚΗ ΧΡΟΝΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Σε επίπεδο μεγάλων έργων, εκκρεμότητες δεκαετιών κλείνουν τον κύκλο τους και η περιοχή καλείται να καθορίσει τα στοιχήματα του μέλλοντος.

Του χρόνου τέτοια εποχή στη Θεσσαλονίκη η κατασκευή του μετρό –της βασικής γραμμής έστω- θα έχει εισέλθει στην τελική της ευθεία. Το λιμάνι θα κινείται στους ρυθμούς του ιδιώτη που εξαγοράζει το 67% των μετοχών της ΟΛΘ ΑΕ από το ελληνικό δημόσιο, ενώ θα έχουν διαφανεί οι προοπτικές των μεγάλων επενδύσεων που απαιτούνται για την αναβάθμισή του (επέκταση 6ης προβλήτας, ανανέωση μηχανολογικού εξοπλισμού, οδική σύνδεση με Εγνατία και ΠΑΘΕ, αναβάθμιση της υποτυπώδους σιδηροδρομικής διασύνδεσης του λιμένα με το κυρίως δίκτυο της χώρας προς Βορράν). Στο αεροδρόμιο «Μακεδονία» τα έργα θα έχουν προ πολλού ολοκληρωθεί, η ομαλότητα θα έχει επιστρέψει και ήδη θα καταγράφονται τα αποτελέσματα των πρωτοβουλιών της Fraport για ενίσχυση του αριθμού των πτήσεων. Στον δήμο Θεσσαλονίκης και στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας η προεκλογική περίοδος που έτσι κι αλλιώς θα έχει ξεκινήσει δειλά από τον Σεπτέμβρη -αναλόγως των εξελίξεων στην κεντρική πολιτική σκηνή- θα «πυρακτωθεί» καθώς αναμένεται να έχουν διαφανεί οι προθέσεις του Γ. Μπουτάρη και του Απ. Τζιτζικώστα για την επερχόμενη εκλογική «μάχη» του 2019.

Με αυτά τα δεδομένα υπό προϋποθέσεις το 2018 θα είναι μια κρίσιμη χρονιά για τη Θεσσαλονίκη. Σε επίπεδο μεγάλων έργων εκκρεμότητες δεκαετιών θα κλείνουν –επιτέλους!- τον κύκλο τους και η ευρύτερη περιοχή θα υποχρεωθεί από το 2019 να καθορίσει τα στοιχήματα του μέλλοντος. Γι’ αυτό οι αυτοδιοικητικές εκλογές της χρονιάς εκείνης θα έχουν ιδιαίτερη σημασία και ίσως θα είναι οι πιο πολιτικές –όχι κατ’ ανάγκην κομματικές- των τελευταίων πολλών χρόνων.

Φυσικά πολλά θα εξαρτηθούν από τη γενικότερη πορεία της χώρας, που ανεξάρτητα από την αισιοδοξία της κυβέρνησης και την απαισιοδοξία της αντιπολίτευσης –εκτιμήσεις που κρύβουν σκοπιμότητες- παραμένει αβέβαιη, αν όχι μετέωρη. Ας μη ξεχνάμε ότι μετά την πολυετή ύφεση η μεγάλη πρόκληση της Ελλάδας δεν είναι να βγει απλώς στις αγορές –που θα βγει με τη βοήθεια των εταίρων-, ούτε να επισημοποιήσει τα μέτρα ελάφρυνσης του δημοσίου χρέους –που είναι εν πολλοίς συμφωνημένα, αφού όλοι γνωρίζουν τις πραγματικές δυνατότητες αποπληρωμής του. Το στοίχημα της χώρας –αν δεν θέλουμε οι θυσίες και οι ταλαιπωρίες της ελληνικής κοινωνίας να μην πάνε στο βρόντο- είναι να αποκτήσει ανταγωνιστική οικονομία και ελκυστικό επιχειρηματικό περιβάλλον, που θα ευνοεί τις επενδύσεις, μέσω των οποίων θα αυξηθεί η απασχόληση, ώστε να μειωθεί η ανεργία.

Σε αυτό το θετικό σενάριο ο ρόλος της Θεσσαλονίκης και της ευρύτερης Κεντρικής Μακεδονίας είναι δυνητικά πολύ σημαντικός. Η περιοχή βρίσκεται σε στρατηγικό σημείο για τις μεταφορές στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, έχει αξιόλογη υποδομή στη μεταποίηση και όλες τις προϋποθέσεις να την ενισχύσει μέσω του επίσης δυναμικού πρωτογενούς τομέα (γεωργία, κτηνοτροφία), ενώ το μέλλον του τουρισμού μπορεί να είναι πολύ καλύτερο, αφού στο συγκεκριμένο τομέα βρίσκεται –εξαιρουμένης της Χαλκιδικής- πολύ πίσω. Επίσης υπάρχουν ορατές προοπτικές από την αξιοποίηση του θαλάσσιου μετώπου, την αναβάθμιση του εκθεσιακού κέντρου της ΔΕΘ – Helexpo, την τεχνολογική και καινοτομική πρόοδο που οδηγούν τα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά ινστιτούτα της πόλης, αλλά και την κοινωνική δυναμική που αναπτύσσεται στο υποβαθμισμένο δυτικό κομμάτι του πολεοδομικού συγκροτήματος.

Αν η δεκαετία του 2020 μπορεί να είναι «χρυσή» για τη Θεσσαλονίκη, αυτό θα φανεί τα δυο – τρία επόμενα χρόνια. Το μέλλον προετοιμάζεται, αν δεν χτίζεται κυριολεκτικά, σήμερα. Οι καθυστερήσεις του παρελθόντος –η ατζέντα της δεκαετίας του 1980 κλείνει στη δεκαετία του 2010- πρέπει να έχουν γίνει μάθημα. Αν αυτό δεν ισχύει και οι ρυθμοί αποφάσεων, πρωτοβουλιών και έργων εξακολουθήσουν να είναι απελπιστικά αργοί, τότε η ευκαιρία θα χαθεί, μάλλον δια παντός. Οι οικονομίες στις γειτονικές χώρες των Βαλκανίων παραμένουν υποβαθμισμένες, αλλά η καμπύλη των προοπτικών τους κινείται ανοδικά με δυναμικό τρόπο, κάτι που επηρεάζει τη Βόρεια Ελλάδα. Ήδη τα ηνία παίρνει στα χέρια της η γενιά που μεγάλωσε χωρίς τα βιώματα του υπαρκτού σοσιαλισμού, αλλά με το βλέμμα στη Δύση, την ανεπτυγμένη Ευρώπη, την ελεύθερη οικονομία και την παγκοσμιοποίηση. Οι εκτιμήσεις συγκλίνουν ότι η πολιτική επένδυση των κοινωνιών της περιοχής τις τελευταίες τρεις δεκαετίες θα αποδώσει πολλά. Τουλάχιστον για τους άμεσους «ανταγωνιστές» της Ελλάδας –πρωτίστως τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία και δευτερευόντως για τη Σερβία. Για να μη σκεφτούμε την Τουρκία. Ας μη μας διαφεύγει ότι από το 1990 και μετά η χώρα μας είναι υποχρεωμένη να προχωρήσει χωρίς την πολιτική κάλυψη του Ψυχρού Πολέμου, όταν ήταν η μόνη χώρα της Δύσης στην ευρύτερη Νοτιοανατολική Ευρώπη, με όποιο πλεονέκτημα της έδινε αυτή η θέση.




A+
A-







ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ