Τρίτη 22 Μαΐου 2018
x

ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤΟ ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ Ο ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΚΑΒΑΚΟΣ

Με δύο συναυλίες σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη ολοκληρώνει ο διακεκριμένος βιολιστής τη φετινή συνεργασία του με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών.

Με δύο συναυλίες στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη ολοκληρώνει τη φετινή συνεργασία του με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών ο διακεκριμένος βιολιστής και αρχιμουσικός, Λεωνίδας Καβάκος.

Η συναυλία στη Θεσσαλονίκη θα πραγματοποιηθεί την Κυριακή 13 Μαΐου, στις 21.00 στην Αίθουσα Φίλων Μουσικής.

«Το ενδιαφέρον των απανταχού φίλων της συμφωνικής μουσικής, οξυμένο. Γιατί ο διεθνούς ακτινοβολίας Έλληνας μουσικός, χτίζει ένα μύθο σε κάθε του εμφάνιση. Ως αρχιμουσικός, αλλά και ως σολίστ, δημιουργεί αυτήν τη μυστηριώδη, άρρητη, διαρκώς αμφίδρομη και ειλικρινή επικοινωνία του κοινού αλλά και των μουσικών, μεταξύ τους και με την υψηλή Τέχνη» αναφέρουν οι διοργανωτές.

Η βραδιά ξεκινά με το απαιτητικό Κοντσέρτο για βιολί και ορχήστρα σε ρε ελάσσονα, BWV1052 του Γ.Σ. Μπαχ και συνεχίζει με τη μαγευτική Συμφωνία αρ.4 σε μι ύφεση μείζονα, «Ρομαντική», του Άντον Μπρούκνερ.

Για μια ακόμα φορά ο Λεωνίδας Καβάκος συμπράττει με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών αφιλοκερδώς, παραχωρώντας την αμοιβή του υπέρ των μεγάλων αναγκών της Ορχήστρας, με τα έσοδα των συναυλιών να δίνονται για φιλανθρωπικούς σκοπούς και συγκεκριμένα, για την Αθήνα, στη Μονάδα Εντατικής Νοσηλείας Νεογνών & τη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας Παίδων του Γενικού Νοσοκομείου Παίδων Αθηνών «Παναγιώτη & Αγλαΐας Κυριακού» και στη Θεσσαλονίκη, στο Σύλλογο Γονέων Παιδιών με Νεοπλασματικές Ασθένεις Β. Ελλάδος, «ΛΑΜΨΗ». Παράλληλα, το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος υποστηρίζει το πρόγραμμα, «Προσφορά Μουσικής & Μουσική Προσφορά», συνδράμοντας καταλυτικά στην υλοποίηση των συναυλιών σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Δύο μουσικές βραδιές που πραγματοποιούνται σε συνεργασία με τον Οργανισμό Μεγάρου Μουσικής Αθηνών και τον Οργανισμό Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης αντίστοιχα.

Για την ιστορία

ΓΙΟΧΑΝ ΣΕΜΠΑΣΤΙΑΝ ΜΠΑΧ (1685 – 1750)

Κοντσέρτο για βιολί και ορχήστρα σε ρε ελάσσονα, BWV 1052

Λέγεται συχνά ότι η μουσική του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ υπερβαίνει τις τεχνικές ιδιαιτερότητες του οργάνου (ή των οργάνων) για τα οποία γράφεται και μπορεί να αποδοθεί από άλλα όργανα (ή φωνές) χωρίς η ομορφιά και η ουσία της να αλλοιωθεί. Αν αναζητά κανείς αποδείξεις για την εγκυρότητα αυτού του ισχυρισμού, αρκεί να παρακολουθήσει τις διάφορες μεταμορφώσεις κοντσέρτων του Μπαχ: τα επτά κοντσέρτα για σόλο τσέμπαλο (BWV 1052-1058), γραμμένα στη Λειψία πιθανότατα προς το τέλος της δεκαετίας του 1730, σε άλλες περιπτώσεις είναι βέβαιο και σε άλλες εικάζεται βάσιμα, πως αποτελούν πιστές μεταγραφές προγενέστερων κοντσέρτων είτε για βιολί είτε για πνευστά όργανα. Τα έργα αυτά ανάγονται στην περίοδο που ο Μπαχ έζησε στο Κέτεν (1717-1723) ή ίσως λίγο νωρίτερα, στα χρόνια της Βαϊμάρης. Πιο συγκεκριμένα, το πρώτο και εκτενέστερο από τα κοντσέρτα για τσέμπαλο (σε ρε ελάσσονα), είναι κοινή πεποίθηση των μελετητών ότι αποτελεί μετάπλαση ενός κοντσέρτου για βιολί, το οποίο ωστόσο είναι χαμένο και ως εκ τούτου έχει αποκατασταθεί πολύ αργότερα. Το Κοντσέρτο έχει τρία μέρη κατά το πρότυπο των ιταλικών κοντσέρτων του Βιβάλντι, που ο Μπαχ είχε μελετήσει και θαυμάσει από νωρίς στη ζωή του. Μάλιστα, το πρώτο και το δεύτερο μέρος του Κοντσέρτου έχουν χρησιμοποιηθεί -με αυτούσιο το μουσικό τους περιεχόμενο αλλά φυσικά διαφορετική ενορχηστρωτική επεξεργασία- στην Καντάτα αρ.146 “Wir müssen durch viel Trübsal in das Reich Gottes eingehen” (Πρέπει να περάσουμε πολλές δοκιμασίες για να εισέλθουμε στη βασιλεία του Θεού), ενώ το φινάλε στην Καντάτα αρ.188 “Ich habe meine Zuversicht” (Έχω την εμπιστοσύνη μου).

Στο πρώτο μέρος ορχήστρα και σολίστ παρουσιάζουν σε ταυτοφωνία το θέμα του ritornello, που επανεμφανίζεται στη συνέχεια αλλά με πολυφωνική πλέον υφή. Ανάμεσα στις επανεμφανίσεις του μεσολαβούν επεισόδια, στα οποία ο σολίστ έχει τον πρωταγωνιστικό ρόλο, με κορύφωση τη δραματική καντέντσα λίγο πριν το τέλος. Το αργό μέρος, ανοίγει με ένα λιτό θέμα, το οποίο στη συνέχεια γίνεται η αρμονική βάση για να ξετυλίξει ο σολίστ μία λυρική, θλιμμένη μελωδία καθαρά οπερατικού χαρακτήρα, ενώ τα έγχορδα της ορχήστρας συνεισφέρουν σχολιασμούς σε δεύτερο επίπεδο. Τόσο η αντιστικτική γραφή όσο και το στοιχείο της δεξιοτεχνίας απογειώνονται στο φινάλε, δικαιώνοντας τον χαρακτηρισμό του Κοντσέρτου ως του «μεγαλύτερου και δυσκολότερου Κοντσέρτου για βιολί πριν την εποχή του Μπετόβεν».

ΑΝΤΟΝ ΜΠΡΟΥΚΝΕΡ (1824 – 1896)

Συμφωνία αρ.4 σε μι ύφεση μείζονα, «Ρομαντική»

Πίσω από τον χαρακτηρισμό «ρομαντική», που ο ίδιος ο Άντον Μπρούκνερ χρησιμοποίησε για την Τέταρτη Συμφωνία του, δεν υποκρύπτεται κάποιο συγκεκριμένο εξωμουσικό πρόγραμμα· αντίθετα, ο όρος σχετίζεται με την ευρύτερη και προφανέστατη πρόθεση της Συμφωνίας να εκφράσει την ανόθευτη φυσική ομορφιά και τις χαρές της απλής ζωής κοντά στη φύση, στοιχεία χαρακτηριστικά και στη ρομαντική γερμανική λογοτεχνία στις αρχές του 19ου αιώνα. Ενδεικτική της αισθητικής αυτής κατεύθυνσης στη Συμφωνία είναι και η προβεβλημένη χρήση του κόρνου, ο ήχος του οποίου συχνά θυμίζει κυνηγετικό σάλπισμα και ως εκ τούτου παραπέμπει έμμεσα σε εικόνες δασών.

Η Τέταρτη ξεκίνησε να γράφεται στο τέλος του 1873 και μία πρώτη εκδοχή της ήταν έτοιμη τον Νοέμβριο της επόμενης χρονιάς. Όπως όλες οι συμφωνίες του Αυστριακού συνθέτη, έτσι και η Τέταρτη επιδέχτηκε αναθεωρήσεων τα επόμενα χρόνια (ως και το 1888), με πιο εκτεταμένη και ριζική αυτή του 1878, που ουσιαστικά, πέραν μικρών μεταγενέστερων αλλαγών, είχε ως καρπό την οριστική εκδοχή της Συμφωνίας. Η πρώτη παρουσίασή της έγινε στις 20 Φεβρουαρίου 1881 στη Βιέννη υπό τη διεύθυνση του μεγάλου αρχιμουσικού Χανς Ρίχτερ και ήταν ομολογουμένως θριαμβευτική, παρόλο που η εκπεφρασμένη εκτίμηση του Μπρούκνερ προς τον Βάγκνερ αλλά και το ανεπιτήδευτο, «επαρχιώτικο» φέρσιμό του, ήταν αρκετά για να δημιουργήσουν ένα μάλλον αρνητικό κλίμα γύρω από τον ίδιο και τη μουσική του στη Βιέννη της εποχής.

Κατά πολλούς η Ρομαντική (το προσωνύμιο ανήκει στον ίδιο τον συνθέτη) είναι η πιο προσιτή και εύληπτη από τις κολοσσιαίες συμφωνίες του Μπρούκνερ και ίσως γι’ αυτό παραμένει μέχρι σήμερα η δημοφιλέστερη εξ αυτών. Πράγματι, ο ακροατής της εισάγεται ιδανικά στον μαγευτικό κόσμο ενός συνθέτη, του οποίου η μουσική είναι άρρηκτα συνυφασμένη με τη βαθιά θρησκευτικότητά του. Αν και συχνά ο Μπρούκνερ συσχετίζεται με τον Μάλερ, υπό την έννοια ότι και οι δύο έγραψαν κυρίως μεγαλεπήβολες συμφωνίες, εντούτοις η μουσική του πρώτου εκφράζει έναν κόσμο πολύ διαφορετικό από τον ψυχαναλυτικό, αγωνιώδη και γεμάτο αμφιβολίες και δαιδαλώδεις υπαρξιακές αναζητήσεις κόσμο του Μάλερ. Η μουσική του Μπρούκνερ είναι διαποτισμένη από τη ριζωμένη και αταλάντευτη μεταφυσική πεποίθηση του δημιουργού της, έχει το δωρικό μεγαλείο ενός επιβλητικού καθεδρικού ναού και ταυτόχρονα σε αυτήν εικονίζεται ο ανεπιτήδευτος, προσηνής, ενίοτε και απλοϊκός χαρακτήρας του ίδιου του συνθέτη. Παράλληλα, ο συνθέτης χειρίζεται με αριστοτεχνικό τρόπο ένα πληθωρικό συμφωνικό ηχόχρωμα, που ουκ ολίγες φορές έχει κάτι από τον στιβαρό ήχο του αγαπημένου του εκκλησιαστικού οργάνου. Όλα τα παραπάνω στοιχεία, έκδηλα στην Τέταρτη Συμφωνία, οδήγησαν τον μεγάλο συνθέτη Ούγκο Βολφ να τοποθετήσει επάξια τον Μπρούκνερ ανάμεσα στον Μπετόβεν και τον Λιστ –και μάλιστα σε μία εποχή που ακόμα η μουσική του ελάχιστα ακουγόταν και ακόμα λιγότερο εκθειαζόταν.

Ένα μοτίβο από το σόλο κόρνο (υπό την αιθέρια συνοδεία των εγχόρδων) ανοίγει τη Συμφωνία – ορισμένοι θεωρούν πως το σόλο παραπέμπει στο σφύριγμα ενός ατμοκίνητου τρένου της εποχής. Τα ξύλινα πνευστά απαντούν στο σάλπισμα του κόρνου και η μουσική σταδιακά δυναμώνει πάνω σε ένα χαρακτηριστικό ρυθμικό σχήμα στη μουσική του Μπρούκνερ εν γένει (δύο τέταρτα ακολουθούμενα από ένα τρίηχο τετάρτων). Οι βιόλες εισάγουν ένα νέο θέμα, που επεκτείνεται από τα βιολοντσέλα και εμπλουτίζεται αντιστικτικά από τα βιολιά. Το ανωτέρω θεματικό υλικό αναπτύσσεται στο πλαίσιο μιας φόρμας σονάτας.

Η αρχή του δευτέρου μέρους, με ένα βαρύθυμο θέμα στα βιολοντσέλα, προδιαθέτει για την εξέλιξη του μέρους ως πένθιμου εμβατηρίου αλλά η εξέλιξη της μουσικής περισσότερο παραπέμπει σε έναν στοχαστικό περίπατο στην αυστριακή ύπαιθρο. Οι βιόλες παρουσιάζουν ανάγλυφα το αισθαντικό δεύτερο θέμα. Στην πορεία η μουσική οδεύει αργά αλλά σταθερά προς μία ηχηρή κορύφωση, προτού επιστρέψει στην αρχική της, εσωστρεφή διάθεση.

Το ακόλουθο σκέρτσο είναι κατά δήλωση του συνθέτη «κυνηγετικού» χαρακτήρα. Και πάλι τα κόρνα έχουν την τιμητική τους σαλπίζοντας το κάλεσμα προς το κυνήγι. Το ενδιάμεσο τρίο, αξιοποιώντας τον χορευτικό ρυθμό του αυστριακού Ländler, «απεικονίζει» την μεσημεριανή ανάπαυλα από το κυνήγι για ένα γεύμα στην εξοχή.

Το φινάλε, το εκτενέστερο και περιπλοκότερο μέρος της Συμφωνίας, βασίζεται τόσο σε νέο θεματικό υλικό όσο και σε μοτίβα που έχουν παρουσιαστεί στα προηγούμενα μέρη. Μία μυστηριώδης έναρξη οδηγεί σχετικά σύντομα σε στιβαρή παρουσίαση του κύριου θέματος από σύσσωμες τις ορχηστρικές δυνάμεις. Η λυρική, ποιμενική ατμόσφαιρα επανέρχεται στο δεύτερο θέμα. Μετά τις αναμενόμενες ενότητες της επεξεργασίας και επανέκθεσης, η Συμφωνία κλείνει με μία πραγματικά αποθεωτική coda.

 
Το πρόγραμμα με μια ματιά

ΓΙΟΧΑΝ ΣΕΜΠΑΣΤΙΑΝ ΜΠΑΧ (1685 – 1750)

Κοντσέρτο για βιολί και ορχήστρα σε ρε ελάσσονα, BWV 1052

Allegro

Adagio

Allegro


ΑΝΤΟΝ ΜΠΡΟΥΚΝΕΡ (1824 – 1896)

Συμφωνία αρ.4 σε μι ύφεση μείζονα, «Ρομαντική»

Bewegt, nicht zu schnell

Andante, quasi allegretto

Scherzo: Bewegt – Trio: Nicht zu schnell, keinesfalls schleppend

Finale: Bewegt, doch nicht zu schnell

Λεωνίδας Καβάκος, βιολί και μουσική διεύθυνση

Συμμετέχουν:

MOYSA- Συμφωνική Ορχήστρα Νέων Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης

Ακαδημία Νέων Μουσικών της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών

Τιμές εισιτηρίων:

45€, 32€, 22€, 12€ και 7€ (εκπτωτικό)

 Πληροφορίες:

Κρατική Ορχήστρα Αθηνών

Τ. 210 7257601-3

www.koa.gr

Αγορά εισιτηρίων:

Μέγαρο Μουσικής Αθηνών

Τ. 210 7282333

Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης

Τ. 2310 895938-9

 

 




A+
A-







ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ