Τρίτη 12 Δεκεμβρίου 2017
x

ΤΕΛΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ 1920:Η ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΤΟΥ ΒΟΡΡΑ ΣΤΙΣ ΣΥΜΠΛΗΓΑΔΕΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ

Μεγάλο µέρος της ζωτικότητας του Συνδέσμου Βιομηχάνων Μακεδονίας αναλώθηκε στις συνεχείς αλλαγές στάσης των κρατικών µηχανισμών.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1920 το ζήτηµα της προστασίας της ελληνικής βιομηχανίας είχε συγκεκριµενοποιηθεί σε τρεις κατευθύνσεις. Η πρώτη αφορούσε την ατέλεια εισαγωγής µηχανηµάτων. Η δεύτερη, την ατέλεια εισαγωγής πρώτων υλών. Η τρίτη τις προϋποθέσεις προτίµησης των εγχώριων βιοµηχανικών προϊόντων έναντι των ξένων.

Η στάση του ελληνικού κράτους απέναντι στα τρία αυτά ζητήµατα δεν ήταν σταθερή. Όπως αναφέρεται στο λεύκωμα για τα πρώτα 100 χρόνια του ΣΒΒΕ, στην πραγµατικότητα, µεγάλο µέρος της ζωτικότητας του Συνδέσμου Βιομηχάνων Μακεδονίας  εκείνη την περίοδο αναλώθηκε εξ αιτίας των συνεχών αλλαγών στη στάση των κρατικών µηχανισµών απέναντι στα ζητήµατα της ατέλειας και της φορολογίας.

Ενιαίο κέρδος

Στα τέλη Απριλίου 1928 το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας ζήτησε την καθιέρωση ποσοστού ενιαίου βιοµηχανικού κέρδους στις προµήθειες του δηµοσίου. Η κυβέρνηση ήταν διατεθειμένη να βελτιώσει το µερίδιο της εγχώριας βιοµηχανίας στις κρατικές προµήθειες, εφόσον οι βιοµήχανοι περιόριζαν το κέρδος τους σε επίπεδα που θα ήταν εκ των προτέρων προσδιορισµένα για κάθε κλάδο (12% - 18%). Στο συµβούλιο του ΣΒΜ έγινε ευρεία συζήτηση για το θέµα αυτό και επισηµάνθηκε ότι το ποσοστό του κέρδους επηρεαζόταν από τόσους πολλούς παράγοντες, που θα ήταν δυσχερέστατη και ενδεχοµένως ζηµιογόνος η εφαρµογή του µέτρου.

Τελικά, η πρόταση παρέµεινε εκκρεµής και ξεχάστηκε, ενώ τον Ιούνιο κυρώθηκε µε το νόµο 4151/1929 το διάταγµα για τον περιορισµό της ατελούς εισαγωγής µηχανολογικού εξοπλισµού250. Η κατάργηση της ατέλειας µηχανηµάτων κρίθηκε από τον ΣΒΜ ως «άστοχη» και ως µέτρο που θα περιόριζε τις επενδύσεις και την παραγωγή251. Πιθανότατα, εκτός από το ταµιακό όφελος, το κίνητρο της κυβέρνησης ήταν οι πιέσεις στο ισοζύγιο πληρωµών και η ανάγκη να µειώσει τις πληρωµές σε συνάλλαγµα για να διαφυλάξει το συναλλαγµατικό απόθεµα της χώρας.

Διαφορετικές φορολογίες

Πολλά από τα ζητήµατα που αντιµετώπισε ο ΣΒΜ στην περίοδο 1928 - 29 προήλθαν από τους δήµους της Κεντρικής Μακεδονίας. Καταρχάς, κάθε δήµος επέβαλε φορολογίες κατά την κρίση του, δηµιουργώντας - εκτός των άλλων - άνισες συνθήκες ανταγωνισµού. Πάγιο αίτηµα του Συνδέσµου ήταν η ισοµεγέθης δηµοτική φορολογία, ώστε να καταστεί φορολογικώς ουδέτερη. Το αίτηµα υποβλήθηκε, αλλά αντί βελτιώσεως, τον Ιούνιο του 1929 ο ∆ήµος Εδέσσης επέβαλε εξαγωγικό δηµοτικό δασµό επί των νηµάτων, ο οποίος προκάλεσε αναστάτωση στα τοπικά εργοστάσια και ανάγκασε τον Σύνδεσµο να ζητήσει εκ νέου από το Υπουργείο Εσωτερικών την τροποποίηση του συστήµατος δηµοτικής φορολογίας. Το ∆εκέµβριο του ίδιου έτους υπερβολικοί δηµοτικοί φόροι επιβλήθηκαν και στη Νάουσα, δηµιουργώντας συγκριτικά µειονεκτήµατα για την τοπική βιοµηχανία, η οποία είχε «γονατίσει».

Αλλά δεν ήταν µόνον η φορολογία. Σηµαντικό πρόβληµα δηµιούργησαν οι απαλλοτριώσεις οικοπέδων στα οποία υπήρχαν ή επρόκειτο να γίνουν βιοµηχανικές εγκαταστάσεις. Για παράδειγµα, το ιδιόκτητο οικόπεδο δίπλα στο εργοστάσιο των Κύρτση στη Νάουσα, στο οποίο επρόκειτο να γίνει επέκταση, καταλήφθηκε τον Οκτώβριο 1928 από το ∆ήµο Ναούσης για να εγκατασταθούν πρόσφυγες. Αν και η εταιρεία προθυµοποιήθηκε να παραχωρήσει άλλο οικόπεδό της, που ήταν καταλληλότερο για εγκατάσταση οικισµού, ο ∆ήµος επέµενε στην κατάληψη.

Μπροστά στη μεγάλη ύφεση

Από τον ∆εκέµβριο του 1929 η διοίκηση του ΣΒΜ αντελήφθη τις επιπτώσεις της διεθνούς ύφεσης που είχε ξεκινήσει από το κραχ στις ΗΠΑ πάνω στην ελληνική βιοµηχανία ως πρόβληµα βιοµηχανικής «υπερπαραγωγής», η οποία έπρεπε πάση θυσία να αποφευχθεί. Έθεσε λοιπόν ως άµεση προτεραιότητα την εσωτερική συνεννόηση σε κάθε κλάδο, ώστε να καθοριστεί το επιθυµητό επίπεδο παραγωγής. Ήδη το 1929 η µακεδονική κλωστοϋφαντουργία είχε παρουσιάσει µείωση της παραγωγής κατά 20% . Επίσης, σταµάτησαν οι επεκτάσεις των εργοστασίων στον ίδιο κλάδο. Αντίθετα, αύξηση παρουσίασε η παραγωγή στον κλάδο διατροφής.

Ας σηµειωθεί, ότι σύµφωνα µε τη στατιστική απογραφή βιοµηχανικών καταστηµάτων του 1930, στη Μακεδονία λειτουργούσαν 16.000 περίπου µεταποιητικές επιχειρήσεις, που απασχολούσαν 54.000 άτοµα, το 20% του συνόλου της χώρας. Ήταν πολύ µικρές επιχειρήσεις με µέση απασχόληση 3 έως 4 άτοµα. Ελάχιστες από αυτές ήταν βιοµηχανίες και ανήκαν στο ΣΒΜ. Έτσι, ο εσωτερικός συντονισµός ανά κλάδο δεν ήταν τόσο ευχερής στο σύνολο της µεταποίησης. Ταυτόχρονα, µε την ανάγκη αποφυγής της υπερπαραγωγής ο πρόεδρος του ΣΒΜ υπογράµµισε την ανάγκη της ευρύτερης συνεννόησης των ενδιαφερόµενων φορέων για την υπεράσπιση των βιοµηχανικών και ευρύτερα των επιχειρηµατικών συµφερόντων.




A+
A-







ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ