Παρασκευή 24 Μαρτίου 2017
x

ΠΑΠΑΔΗΜΟΥΛΗΣ: Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΕΥΡΩΠΗ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΕΠΕΙΓΟΝΤΩΣ ΡΙΖΙΚΕΣ ΑΛΛΑΓΕΣ

Ο επικεφαλής της ευρωομάδας του ΣΥΡΙΖΑ υπογράμμισε ότι είναι η ώρα της Αριστεράς να φέρει επιτέλους της αλλαγές που έχει ανάγκη η Ευρώπη

Τα αποτελέσματα των εκλογών στην Αυστρία αλλά και τα αντίστοιχα του δημοψηφίσματος στην Ιταλία σχολίασε μεταξύ άλλων ο αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και επικεφαλής της ευρωομάδας του ΣΥΡΙΖΑ, Δημήτρης Παπαδημούλης σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Εποχή» της Κυριακής.

Ο κ. Παπαδημούλης υπογράμμισε ότι είναι η ώρα της Αριστεράς και των προοδευτικών δυνάμεων να φέρουν επιτέλους τις αλλαγές που έχει ανάγκη η Ευρώπη.

Αναλυτικά η συνέντευξη του Δημήτρη Παπαδημούλη:

Oι Ευρωπαίοι φάνηκαν ανακουφισμένοι από το αποτέλεσμα των εκλογών στην Αυστρία. Όμως, το πρόβλημα της ανόδου της ακροδεξιάς παραμένει, ειδικά αν αναλογιστούμε πως ο Χόφερ κέρδισε σχεδόν τις μισές ψήφους.

«Την περασμένη Κυριακή οι εκλογές στην Αυστρία έδωσαν μια μικρή ανάσα για κάθε δημοκράτη στην Ευρώπη, με την ήττα του ακροδεξιού Χόφερ. Ωστόσο, το 47% των ψήφων που πήρε, υπογραμμίζει την απειλή μιας δυναμικά ανερχόμενης αντιευρωπαϊκής ακροδεξιάς. Ογδόντα χρόνια μετά την άνοδο του ναζισμού και του φασισμού, που αιματοκύλισαν την Ευρώπη και τον κόσμο ολόκληρο, το σύνθημα «Ποτέ ξανά φασισμός» παραμένει εξαιρετικά επίκαιρο».

Στην Ιταλία επικράτησε το «όχι», προκαλώντας πολιτικές εξελίξεις στην Ευρώπη, παρότι οι δηλώσεις της ηγεσίας της ΕΕ έδειξαν πως δεν επιθυμούν να επηρεαστούν από το εκλογικό αποτέλεσμα. Παρά ταύτα, ποιο είναι το μήνυμα που στάλθηκε στην Ευρώπη;

«Το «όχι» κέρδισε με 20 μονάδες διαφορά, υπερδιπλάσιο ποσοστό των προβλέψεων των δημοσκοπήσεων. Στο δημοψήφισμα αυτό, πέρα από τις προτάσεις Ρέντσι και την κυβερνητική πολιτική που ακολουθεί, καταψηφίστηκε και η εικόνα που εκπέμπει η σημερινή Ευρώπη. Ένας από τους λόγους που έχασε ο Ρέντσι το δημοψήφισμα ήταν η ηχηρή παρέμβαση υπέρ του «ναι» του κ. Σόιμπλε. Όπου στήνονται κάλπες, αποδεικνύεται πως η υπαρκτή δεξιοκρατούμενη και γερμανοκρατούμενη Ευρώπη απορρίπτεται από τους πολίτες, διότι δεν προσφέρει όσα τους υποσχέθηκε: ανάπτυξη, απασχόληση, κράτος δικαίου, κοινωνικό κράτος, προοπτικές βελτίωσης της ζωής τους. Επιπλέον, έχει εγερθεί ένα ζήτημα δημοκρατίας. Η σημερινή Ευρώπη είτε των 28, είτε των 19 της ευρωζώνης, είναι ένα σχήμα όπου συζητούν όλοι και στο τέλος αποφασίζουν οι Γερμανοί. Νομίζω ότι τα αποτελέσματα σε Ιταλία και Αυστρία υπογραμμίζουν –το καθένα με διαφορετικό τρόπο- ότι η σημερινή Ευρώπη χρειάζεται επειγόντως ριζικές αλλαγές, διαφορετικά αντιμετωπίζει τον κίνδυνο μιας αποσυνθετικής κρίσης, την οποία έχει σηκώσει ως σημαία η άκρα δεξιά. Είναι γεγονός ότι η ελίτ των Βρυξελλών και του Βερολίνου αντέδρασε με δηλώσεις τύπου “business as usual”, αλλά η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική γιατί η αστάθεια και η αβεβαιότητα που προκαλεί η πολιτική κρίση στην Ιταλία έχει πολλαπλασιαστικές επιπτώσεις στην ούτως ή άλλως ασταθή Ευρωζώνη, καθώς η Ιταλία είναι μια από τις μεγαλύτερες οικονομίες της». 

Η επικράτηση του «όχι» στην Ιταλία αποκαλύπτει για μια ακόμα φορά το εκδικητικό πρόσωπο της ευρωπαϊκής ελίτ, αφού σπεύδει να ζητήσει νέα μέτρα. Κάτι παρόμοιο ζήσαμε και στην Ελλάδα. Γιατί δεν εισακούγεται η ηχηρή αντίδραση των πολιτών; Τι ευθύνες έχει και η Αριστερά;

«Η βελόνα ορισμένων, περισσότερο στο Βερολίνο και λιγότερο στις Βρυξέλλες, είναι «κολλημένη» στο δόγμα της λιτότητας, παρότι αυτή η πολιτική έχει αποτύχει παταγωδώς. Γι’ αυτό και ορισμένοι αντιδρούν με μια τιμωρητική λογική όταν εισπράττουν, μέσα από τη λαϊκή ψήφο, ότι η πολιτική τους έχει αποτύχει. Το «όχι» του δημοψηφίσματος στην Ιταλία αποδυναμώνει τον Ρέντσι, αλλά ενισχύει στις Βρυξέλλες όσους θεωρούν ότι δεν θα πρέπει να αφήσουν την πέτρα του σισύφειου μύθου των Ελλήνων να ξανακυλήσει στη ρίζα του βουνού. Δυστυχώς, όμως, αυτή η έκκληση, που φαίνεται να είναι πλειοψηφική στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, δεν κυριαρχεί στο Βερολίνο. Ακόμα και εκεί, απέναντι στην αδιαλλαξία του Σόιμπλε, εκφράζονται λογικότερες φωνές, όπως αυτή του Σταϊνμάγερ και όσα είπε στη συνάντησή του με τον Τσίπρα. Το ζητούμενο, όμως, είναι να δούμε τις ιστορικές ευθύνες που αντιστοιχούν στην Αριστερά και τις ευρύτερες προοδευτικές δυνάμεις. Από την οικονομική κρίση, το προσφυγικό, την τρομοκρατία επωφελείται μια επιθετική και ανερχόμενη άκρα δεξιά, που σηκώνει τη σημαία της επιστροφής στο παρελθόν, της διάλυσης της Ευρώπης, της επιστροφής στους εθνικισμούς, τους νομισματικούς πολέμους, σ’ ένα εφιαλτικό παρελθόν που άφησε πίσω του εκατομμύρια νεκρούς. Είναι ευθύνη, λοιπόν, της Αριστεράς και των προοδευτικών δυνάμεων τώρα να δημιουργήσουν ένα ευρύτερο προοδευτικό μέτωπο, γύρω από στόχους αλλαγών σε κάθε χώρα και στην Ευρώπη συνολικά. Για μια Ευρώπη ανάπτυξης και όχι αιώνιας λιτότητας, δημοκρατίας και όχι εντεινόμενου ελλείμματός της, ενίσχυσης των πολιτικών συνοχής και όχι εκρηκτικής αύξησης των ανισοτήτων, μια Ευρώπη που να μπορεί να δίνει ευρωπαϊκές απαντήσεις στο προσφυγικό-μεταναστευτικό και να μην αρνείται μια ήπειρος 500 εκατομμυρίων ανθρώπων, 1,5 εκατομμύριο πρόσφυγες».

Χτυπάς το καμπανάκι στην Αριστερά. Όμως, στη Γαλλία βλέπουμε ότι δεν έχει γίνει δυνατή αυτή η συσπείρωση, παρά την απειλή επικράτησης της Λεπέν…

«Μα αυτή είναι η πρόκληση για την Αριστερά. Να ανταποκριθεί στην ιστορική της ευθύνη, οργανώνοντας τη δική της αντεπίθεση και τις κατάλληλες συμμαχίες. Απέναντι στο κίνημα της ακροδεξιάς χρειάζεται το ευρύτερο αντιφασιστικό μέτωπο, όπως αυτό που στήθηκε –έστω και την τελευταία στιγμή- και πέτυχε στην Αυστρία. Απέναντι στη νεοφιλελεύθερη συμμαχία χρειάζεται μια ευρύτερη συμμαχία ενάντια στη λιτότητα, υπέρ μιας δημοκρατικής και κοινωνικής Ευρώπης. Όπου η Αριστερά καταφέρνει να εκφράσει την κοινωνική διαμαρτυρία και να καταστεί ηγεμονική δύναμη των κοινωνικών αντιδράσεων, πετυχαίνει και θετικότερα αποτελέσματα· στην Ελλάδα με τον ΣΥΡΙΖΑ, παρά τα λάθη, τις αδυναμίες και τις υποχωρήσεις μας, στην Ισπανία με το φαινόμενο των Podemos και των Unidos-Podemos. Γενικότερα, στον ευρωπαϊκό Νότο, η αριστερά και λόγω ισχυρής παράδοσης τα καταφέρνει καλύτερα, αλλά χρειαζόμαστε ένα αριστερό ευρωπαϊκό μέτωπο για ολόκληρη την Ευρώπη και το έλλειμμά του το διαπιστώνουμε στην υποχώρηση της Αριστεράς σε μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες και ακόμα πιο οδυνηρά στην ανατολική Ευρώπη».

Ένα τέτοιο μέτωπο, νομίζω, βρίσκεται στα σπάργανα όσον αφορά τα εργασιακά. Συνδικάτα, αλλά και αριστερές οργανώσεις, υπερασπίζονται το ευρωπαϊκό κεκτημένο και προσπαθούν να οργανωθούν απέναντι στις νέες επιθέσεις που ετοιμάζει η Ευρώπη. Είναι έτσι;

«Την περασμένη βδομάδα συναντήσαμε με την Έφη Αχτσιόγλου τις ηγεσίες της ευρωομάδας της Αριστεράς, των Σοσιαλιστών και των Πρασίνων. Υπήρξε κοινή στήριξη από ένα ευρύτατο μέτωπο δυνάμεων στο ότι θεωρείται αδιανόητο μια χώρα μέλος της ΕΕ να εξαιρείται του ευρωπαϊκού κεκτημένου, σε ό,τι αφορά τις συλλογικές διαπραγματεύσεις. Μια Ολλανδέζα σοσιαλίστρια, πρώην κορυφαία συνδικαλίστρια, που ανήκει στο ίδιο κόμμα με τον Γερούν Ντάισεμπλουμ, μας είπε ότι η ΕΕ για να συνάψει εμπορική συμφωνία με το Μπαγκλαντές, απαιτεί από τους Μπαγκλαντεσιανούς, μεταξύ άλλων, τη θέσπιση των συλλογικών διαπραγματεύσεων.

Είναι τρελό, λοιπόν, να υπάρχουν δυνάμεις στην Ευρώπη που, προκειμένου να καλοπιάσουν το ΔΝΤ, να αρνούνται στην Ελλάδα αυτό που πιέζουν να εφαρμοστεί στο Μπαγκλαντές. Κατά τα άλλα, στο Ευρωκοινοβούλιο υπάρχει μια θετική κινητικότητα, με τη δημιουργία της προοδευτικής συμμαχίας της Progressive Focus, που είναι μια ευρεία συσπείρωση ευρωβουλευτών της Αριστεράς και αριστερόστροφων προοδευτικών ευρωβουλευτών από τους Σοσιαλιστές και τους Πράσινους, που θέτει στην ατζέντα της στόχους της δημοκρατικής και κοινωνικής Ευρώπης».

Πώς, λοιπόν, θεωρείτε πως επηρεάζουν οι εξελίξεις αυτές στην Ευρώπη την ελληνική διαπραγμάτευση;

«Μέσα στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, και ακόμα περισσότερο στο Ευρωκοινοβούλιο, έχει κερδίσει έδαφος η άποψη ότι από τη στιγμή που οι Έλληνες τηρούν τις δεσμεύσεις τους, πρέπει και οι Ευρωπαίοι δανειστές να τηρήσουν τις δικές τους και να προχωρήσει η ελάφρυνση του χρέους, ώστε να περάσει η Ελλάδα σε έναν κύκλο ανάπτυξης, μετά από επτά χρόνια σκληρής ύφεσης.

Δυστυχώς, η γερμανική αδιαλλαξία αθροίζεται στους παραλογισμούς του ΔΝΤ, που μακράν απέχουν από το ευρωπαϊκό κεκτημένο. Αν το ΔΝΤ θέλει να βγαίνουν οι αριθμοί, όπως λένε, θα πρέπει να πιέσουν τους Ευρωπαίους -και κυρίως το Βερολίνο- να χαμηλώσουν τα πλεονάσματα μετά το 2018 και να κάνουν ουσιαστικότερη την ελάφρυνση του χρέους. Νομίζω ότι εάν το ΔΝΤ δεν είχε έρθει στην Ευρώπη ή μείνει από εδώ και πέρα σε έναν ρόλο τεχνικού συμβούλου, τα πράγματα μπορούν να εξελιχθούν καλύτερα».




A+
A-







ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ