Δευτέρα 23 Οκτωβρίου 2017
x

ΝΑ ΜΕΤΑΤΡΑΠΕΙ Η ΔΕΘ ΚΑΙ ΕΠΙΣΗΜΑ ΣΕ «ΓΙΟΡΤΗ ΕΜΠΟΡΙΟΥ»

Σύμφωνα με τον δήμαρχο Θεσσαλονίκης, μια διοργάνωση αφιερωμένη επίσημα και ξεκάθαρα στο εμπόριο και τις λιανικές πωλήσεις ταιριάζει στην πόλη.

Ως γνωστόν η γλώσσα κόκκαλα δεν έχει και κόκκαλα τσακίζει. Επίσης ως γνωστόν, στην Ελλάδα φοβόμαστε τις λέξεις. Γι’ αυτό τις καταστρέφουμε. Τις χρησιμοποιούμε είτε υπερβολικά πολύ, είτε άστοχα και στο τέλος χάνουν το νόημά τους. Ενώ, λοιπόν, σημαίνουν κάτι καταλήγουν να σηματοδοτούν περίπου το αντίθετο. Ενώ ορίζουν κάτι δημιουργικό, το άκουσμα τους και μόνο σημαίνει συναγερμό για κάποια καταστροφή. Με δεδομένο, μάλιστα, ότι ο τρόπος που χρησιμοποιούμε τη γλώσσα είναι ευθέως ανάλογος με τον τρόπο που σκεφτόμαστε, η υπονόμευση λέξεων και εννοιών καταλήγει να είναι κάτι βαθύτατα ανήθικο. Επί δεκαετίες ήταν ποινικοποιημένη ως εθνικιστική κάθε έννοια εθνικού, ενώ στην μέρες μας οι λέξεις μεταρρύθμιση ή η λέξη εκσυγχρονισμός εκλαμβάνεται από πολλούς στην Ελλάδα ως συγκεκαλυμμένη επίκληση σε κάποιου είδους… γκιλοτίνα. Με αυτή την έννοια όσοι σήμερα μιλούν κυριολεκτικά κινδυνεύουν συχνά να παρεξηγηθούν. Γι’ αυτό το αποφεύγουν. Και για τον ίδιο λόγο στο δημόσιο διάλογο ακούγονται διαρκώς λιγότεροι νεωτερισμοί, διαρκώς λιγότερες ιδέες.

Ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης Γιάννης Μπουτάρης αποτελεί εξαίρεση, διότι εξακολουθεί να μιλάει δημόσια με τον τρόπο που μιλούσε πάντα στην καθημερινότητά του. Χρησιμοποιεί λεξιλόγιο που έρχεται από τα παλιά και είναι δουλεμένο στην πιάτσα επί δεκαετίες. Κάπως έτσι καταφέρνει να αντιλαμβάνονται όλοι τι λέει, ενώ δεν μπορεί να κρύψει ούτε τις αστοχίες του, κάτι που επίσης δεν τον απασχολεί.

Η άποψη Μπουτάρη, λοιπόν, για την ανάγκη να μετατραπεί –να μετεξελιχθεί εάν προτιμάτε- η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης του Σεπτεμβρίου σε μεγάλη εμποροπανήγυρη, ώστε να αποκτήσει νέο δυναμισμό, νέα χαρακτηριστικά και κυρίως νέα αποστολή. Σύμφωνα με το δήμαρχο μια διοργάνωση αφιερωμένη επίσημα και ξεκάθαρα στο εμπόριο και τις λιανικές πωλήσεις ταιριάζει στη Θεσσαλονίκη, όπου το εμπόριο έχει μεγάλη παράδοση. Παράλληλα θα διευκόλυνε δημιουργικά τους διοργανωτές της ΔΕΘ, οι οποίοι εμφανώς αμήχανοι προσπαθούν να συνταιριάξουν και να συντονίσουν αντιφατικές μεταξύ τους καταστάσεις: κρατικές συμμετοχές, υπαίθριο και στεγασμένο εμπόριο, εκθέσεις αυτοκινήτων και επίπλων, μάγους, ζογκλέρ, κλόουν, λοκατζήδες που ανεβοκατεβαίνουν σε τοίχους, υπουργεία που για να καλύψουν την αδυναμία τους έναντι των πολιτών νοικιάζουν μεγάλα περίπτερα, στα οποία δεν υπάρχουν παρά μόνο κάποιες οθόνες και λίγα φυλλάδια που δε λένε τίποτα, αλλά και συναυλίες που θα ταίριαζαν στο Μέγαρο Μουσικής με εμφανίσεις πίστας. Πολύ δύσκολα να σηματοδοτήσει αυτή η πανσπερμία και η πολυχρωμία μεγάλο οικονομικό γεγονός, το οποίο τελικά καταλήγει και δανείζεται δημοσιότητα από τις πολιτικές παρουσίες. Από τον πρωθυπουργό και τους υπουργούς του, μέχρι τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης και τους τομεάρχες του, αλλά και τους υπόλοιπους επικεφαλής των κομμάτων, οι οποίοι για δέκα μέρες το χρόνο επιλέγουν να τσακώνονται όχι στη Βουλή, αλλά στη Θεσσαλονίκη, με φόντο τη ΔΕΘ.

Όπως ο ίδιος ο Γ. Μπουτάρης διευκρινίζει εμποροπανηγύρεις κύρους διοργανώνονται σε πολλές μεγάλες πόλεις στην Ευρώπη. «Οφείλουμε να βρούμε ένα δικό μας παραγωγικό μοντέλο, μιας και η ΔΕΘ δεν ακολούθησε την πορεία των ευρωπαϊκών εκθεσιακών οργανισμών τις προηγούμενες δεκαετίες για να μιλάμε για κάτι απολύτως έτοιμο και ρεαλιστικά εφαρμόσιμο» ξεκαθαρίζει ο δήμαρχος, ο οποίος πιστεύει ότι η μετεξέλιξη σε εμποροπανήγυρη θα έχει θετικές επιπτώσεις στον κύκλο εργασιών που θα αναπτυχθεί στη Θεσσαλονίκη γύρω από το συγκεκριμένο γεγονός.

Φυσικά πρόκειται για πολύπλοκο θέμα, αφού ενδεχομένως θα προκαλέσει τις αντιδράσεις της αγοράς του κέντρου της Θεσσαλονίκης. Αναμενόμενες, αλλά άνευ ουσίας, καθώς μια «γιορτή εμπορίου» θα ενισχύσει τη διάθεση για κατανάλωση. Όπως –για παράδειγμα- το φεστιβάλ βιβλίου στην παραλία της Θεσσαλονίκης δεν έκλεισε τα βιβλιοπωλεία, αντίθετα λειτούργησε υπέρ της βιβλιοφιλίας, έτσι κι ένα δεκαήμερο εμπορίου θα τονώσει τη διάθεση των καταναλωτών για αγορές. Έτσι κι αλλιώς στη γιορτή θα μπορούν να πάρουν μέρος και εμπορικές επιχειρήσεις της Θεσσαλονίκης. Οπότε δεν τίθεται θέμα νόθευσης του ανταγωνισμού, κάτι που ισχύει σήμερα, αφού εντός ΔΕΘ γίνονται λιανικές πωλήσεις.

Η συγκυρία για να ξεκινήσει η συζήτηση για το μέλλον της Γενικής Έκθεσης του Σεπτεμβρίου είναι η κατάλληλη, καθώς ολοκληρώνεται το βράδυ της Κυριακής η 82η ΔΕΘ, η μεγαλύτερη της τελευταίας δεκαετίας, σύμφωνα με τους διοργανωτές. Με αυτό το δεδομένο-αλλά και τις ενδιάμεσες μετρήσεις- δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η φετινή Έκθεση όχι μόνο έχει περισσότερους εκθέτες από πέρσι, αλλά θα ολοκληρώσει και με περισσότερους επισκέπτες. Ακριβώς, λοιπόν, επειδή μιλάμε για μια πετυχημένη διοργάνωση, η 82η ΔΕΘ προσφέρεται για αρκετά συμπεράσματα, γενικότερα και ειδικότερα.

Σημειώστε:

Πρώτον, καλώς το Εκθεσιακό Κέντρο παραμένει στο κέντρο της πόλης, διότι έτσι μεγάλο κομμάτι της κίνησης και του τζίρου της ΔΕΘ διοχετεύεται άμεσα στην οικονομία της ευρύτερης περιοχής.

Δεύτερον, κακώς η ΔΕΘ – Helexpo δεν ξεκινάει την πλήρη αναμόρφωση του εκθεσιακού της κέντρου, ώστε να φτάσουμε να μιλάμε για κάτι καινούριο και διαφορετικό. Προφανώς χρειάζονται πολλά χρήματα, επομένως η αναζήτηση ιδιωτικών κεφαλαίων ή η σύμπραξη δημοσίου και ιδιωτικού τομέα θα πρέπει να εξεταστούν στα σοβαρά.

Τρίτον, η αναμόρφωση του Εκθεσιακού Κέντρου, εκτός από ότι θα βοηθήσει στην παραγωγική αξιοποίηση των 180 στρεμμάτων 12 μήνες το χρόνο, θα συμβάλει στην ουσιαστική αναβάθμιση των εκθεσιακών υπηρεσιών που έχει τις δυνατότητες να παρέχει ο χώρος. Για παράδειγμα, δεν νοείται εκθεσιακό κέντρο χωρίς μια οργανωμένη αίθουσα παρουσιάσεων, με τη χρήση νέων τεχνολογιών.

Τέταρτον, η διοργάνωση της Γενικής Έκθεσης του Σεπτεμβρίου οφείλει να ανανεωθεί. Φέτος, παρά τη σημαντική και σε εκθεσιακό επίπεδο, δυναμική της Κίνας, που αναβάθμισε τη διοργάνωση, τα στοιχεία εμποροπανηγύρεως ήταν έντονα. Οι πάγκοι των λιανικών πωλήσεων, οι ακατανόητες στρατιωτικές επιδείξεις δίκην ακροβατικών και οι ανοιχτές συναυλίες λαϊκών τραγουδιστών δεν είναι στοιχεία που συνάδουν με μια σοβαρή εκθεσιακή προσέγγιση.

Πέμπτον, οι συμμετοχές του ελληνικού δημοσίου (υπουργεία, οργανισμοί κ.λπ.), ακόμη κι αν καλύπτουν μόνο το 10% του διαθέσιμου εκθεσιακού χώρου αλλοιώνουν το χαρακτήρα της Έκθεσης ως οικονομικό γεγονός που αφορά τον ιδιωτικό τομέα, είτε το καταλαβαίνουν οι ιθύνοντες, είτε όχι. Άλλωστε στην πλειοψηφία των περιπτώσεων είναι ανούσιες, υπό την έννοια ότι δεν προσφέρουν σχεδόν τίποτε περισσότερο απ’ όσα μπορεί ευχερώς να βρει κάποιος στο Διαδίκτυο.

Έκτον, το έντονο πολιτικό χρώμα μόνο κακό κάνει στην Έκθεση. Η συγκεκριμένη άποψη διατυπώνεται μονότονα εδώ και χρόνια, αλλά αυτό συμβαίνει διότι κάθε χρόνο τα συμπεράσματα είναι ανάλογα.

Οι μόνοι που ευνοούνται από την πολιτικοποίηση των δύο Σαββατοκύριακων είναι οι πολιτικοί που βρίσκουν βήμα και «δημιουργούν» γεγονότα, με μόνο αντιστάθμισμα την συμμετοχή του κράτους στη διοργάνωση και άρα την κάλυψη μέρους των εξόδων. Διότι επί της ουσίας οι συμμετοχές του δημοσίου στη ΔΕΘ είναι διαχρονικά άνευ οποιασδήποτε ουσίας. Φέτος –ίσως περισσότερο από άλλες χρονιές- φάνηκε καθαρά ότι η ΔΕΘ –ως οργανισμός, αλλά και ως διοργάνωση- δεν αποτελεί παρά μόνο το σκηνικό μιας κοκορομαχίας που τον υπόλοιπο χρόνο εξελίσσεται στη Βουλή. Εκτός κι αν είναι ακριβώς αυτές οι επισκέψεις που συντηρούν τη φήμη της Γενικής Έκθεσης του Σεπτεμβρίου κι αν εκλείψουν το κενό στη δημοσιότητα θα είναι μεγάλο. Αν, όμως, κάτι τέτοιο ισχύει δεν είναι υγιές σε σχέση με τη διοργάνωση.

Έβδομον, τα κόλπα του μάρκετινγκ συχνά είναι χαριτωμένα ή έχουν την πλάκα τους ή έχουν ενδιαφέρον, αλλά δε φτάνουν. Για παράδειγμα, η δημιουργία «μουσείου φραπέ» δεν αποτελεί τιμή για τη Θεσσαλονίκη, εκτός κι αν η πόλη διεκδικεί βραβείο Γκίνες στον αυτοσαρκασμό.

Η εκθεσιακή δραστηριότητα μπορεί να είναι σημαντική για την οικονομία και τις επιχειρήσεις υπό προϋποθέσεις. Σίγουρα η αιχμή δεν μπορεί να είναι το real estate, αλλά στη Θεσσαλονίκη μάλλον θα πρέπει να ξεκινήσουμε από εκεί. Σε μια έκθεση όπως είναι η Γενική του Σεπτεμβρίου, στην οποία –σε αντίθεση με τις κλαδικές- δεν έχουμε την επαγγελματική όσμωση ενός κλάδου σε κάποιον περιορισμένο χώρο, οι εξωτερικές αδυναμίες φαίνονται περισσότερο. Όπως φαίνονται και τα… μερεμέτια με τα οποία φιλότιμα η ΔΕΘ προσπαθεί να καλύψει φθορές, που όμως δεν καλύπτονται. Επειδή η ελληνική οικονομία διέρχεται πολύχρονη ύφεση και η κοινωνία είναι καταρρακωμένη, το μόνο που δεν χρειάζεται η Θεσσαλονίκη είναι… φρου φρου κι αρώματα. Τα δύσκολα μπορούν να ξεπεραστούν με σοβαρές, επίπονες προσπάθειες, όχι με κινήσεις εντυπωσιασμού. Αυτό γράφουν τα βιβλία, αυτό πιστεύουν οι εμπειρότεροι, αυτό διδάσκει η ιστορία. Στην περίπτωση της ΔΕΘ – Helexpo γενικότερα και της Γενικής Έκθεσης του Σεπτεμβρίου απαιτείται ανανέωση, αναπροσαρμογή στόχων και επαναπροσδιορισμός ταυτότητας. Όπως πολύ καλά γνωρίζουν όλοι οι ροκάδες φίλοι «πέτρα που κυλάει, δε χορταριάζει».




A+
A-







ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ