Τετάρτη 17 Ιανουαρίου 2018
x

Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΤΟΥ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟΥ ΚΑΙ Η ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΤΟΥ ΤΣΙΤΣΑΝΗ

Τα τραγούδια του Τσιτσάνη, τα ρεμπέτικα γενικά, είναι από πολλές έννοιες «ζωντανά», αφού τραγουδιούνται σε καθημερινή βάση και στη Θεσσαλονίκη.

Η εγγραφή του Ρεμπέτικου στον Αντιπροσωπευτικό Κατάλογο της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας της UNESCO –η σχετική απόφαση ελήφθη μόλις πριν από τρεις ημέρες στη Ν. Κορέα- είναι εξαιρετικά σημαντική για τη χώρα. Έχει ουσιαστικό και συμβολικό χαρακτήρα. Αλλά και για τη Θεσσαλονίκη, ως έναν βασικό πόλο ανάπτυξης αυτού του αυθεντικού μουσικού είδους, που σφράγισε ανεξίτηλα την Ελλάδα του 20ου αιώνα, είναι μία ξεχωριστή, θετική και ευχάριστη είδηση. Που να φαντάζονταν οι κυνηγημένοι –σε πολλές περιπτώσεις- και περιφρονημένοι –σε ακόμη περισσότερες- μουσικοί, συνθέτες, τραγουδιστές, ακόμη και ακροατές των ρεμπέτικων από τη δεκαετία του 1920 μέχρι τη δεκαετία του 1950, ότι η δουλειά τους –στην πραγματικότητα τα μεράκια και οι καημοί τους- θα έφτανε να αναγνωριστεί με κάθε επισημότητα και κάθε τυπικότητα διεθνώς, ως κορυφαία προσφορά της Ελλάδας στον πολιτισμό της ανθρωπότητας. Αν παρακολουθούν σήμερα τις εξελίξεις από ψηλά –τρίτο συννεφάκι αριστερά ο Μάρκος, δεύτερο συννεφάκι δεξιά ο Τσιτσάνης και τριγύρω οι υπόλοιποι- σίγουρα θα είναι ευχαριστημένοι. Πιθανόν να χαλαλίζουν όσα τράβηξαν. Αλλά και δημιουργοί της άλλης όχθης που στήριξαν το ρεμπέτικο και τους ρεμπέτες σε δύσκολους καιρούς –όπως ο Μάνος Χατζιδάκις, που έβαλε νεότατος το κεφάλι του στο ντορβά γι’ αυτούς, αλλά και ο Νίκος Μαμαγκάκης, που τους προσέφερε απλόχερα την μουσική του εγκυρότητα- θα είναι ικανοποιημένοι.

Η Θεσσαλονίκη του ρεμπέτικου

Για τη Θεσσαλονίκη το κεφάλαιο ρεμπέτικο είναι μεγάλο, αλλά εντός των τειχών υποτιμημένο. Ουδεμία έκπληξη ως προς αυτό. Η πόλη, βασικό λιμάνι στην περιοχή, υποδέχθηκε από την αρχή χιλιάδες Μικρασιάτες. Ανθρώπους που ξεριζώθηκαν στη δεκαετία του 1920 και πήραν μαζί τους στο δρόμο της προσφυγιάς τα λιγοστά πράγματα που μπορούσαν να κουβαλήσουν στα χέρια και τους ώμους, αλλά ολόκληρο τον πολιτισμό τους. Από τα σεμεδάκια στα τραπεζάκια μέχρι την ευγένεια και το χαμόγελο. Με αυτά τα εφόδια στεγάστηκαν στο Καραβάν Σαράι, στα παραπήγματα της Άνω Πόλης, στη λασπουριά της Καλαμαριάς, στην άκρη της Επανομής. Μαζί τους έφεραν και τα τραγούδια τους, που τροφοδοτήθηκαν δημιουργικά από τον μεγάλο καημό του ξεριζωμού. Από πού να αρχίσει και που να τελειώσει κανείς: Από την άτακτη φυγή από τα χώματα στα οποία οι παππούδες και οι προπάπποι τους ζούσαν επί αιώνες και χιλιετίες; Από τη φτώχια κάποιου που ξεκινάει τη ζωή του όχι απλώς από το μηδέν, αλλά κάτω από το μηδέν; Από την αρνητική –στα όρια της ρατσιστικής- αντιμετώπισή τους από σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας των ντόπιων; Όλα αυτά έπρεπε με κάποιο τρόπο να εκτονωθούν τα σκοτεινά βράδια που η φαμίλια μαζευόταν στο παράπηγμα, οι γείτονες έβγαιναν στα κατώφλια για να συζητήσουν τα νέα της ημέρας και οι μουσικοί «γρατζούνιζαν» τις κιθάρες και τα σαρουντόβιολα. Κι επειδή πρώτα και πάνω απ’ όλα τα ρεμπέτικα είναι –ανεξαρτήτως της θεματολογίας του καθενός- κοινωνικά τραγούδια, αυτό ήταν το υπόστρωμα που αναπτύχθηκαν. Γι’ αυτό -αν και η Θεσσαλονίκη δεν βρέθηκε στην πρωτοπορία του είδους όπως ο Πειραιάς με τον Μάρκο Βαμβακάρη, τον Βαγγέλη Παπάζογλου και τους άλλους-, έχει να επιδείξει πρόσωπα και τραγούδια. Ο Μανώλης Χιώτης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, αλλά ήταν πολύ μικρός όταν έφυγε. Ο Γιώργος Μητσάκης «κατέφυγε» από το Βόλο στη Θεσσαλονίκη στα πρώτα του καλλιτεχνικά βήματα. Ο Πρόδρομος Τσαουσάκης και ο Τάκης Μπίνης ξεκίνησαν από εδώ. Η Ρόζα Εσκενάζυ άφησε το ίχνος της. Ο Μάρκος Βαμβακάρης το 1936 της έγραψε και της αφιέρωσε ένα τραγούδι –κάτι που δεν είχε κάνει ακόμη για τον Πειραιά όπου ζούσε- επειδή θαμπώθηκε από την ομορφιά και τον κοσμοπολιτισμό της. Ο Απόστολος Καλδάρας έγραψε το συγκλονιστικό «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι»αντικρίζοντας ένα βράδυ τη σκοτεινή φιγούρα των φυλακών του Γεντί Κουλέ. Πολλά τα πρόσωπα. Πολλά τα τραγούδια. Πολλοί οι καημοί και οι αναστεναγμοί.

Η περίπτωση Τσιτσάνη

Κυρίως, όμως, υπάρχει ο Βασίλης Τσιτσάνης –ο νεαρός από τα Τρίκαλα- που λίγο πριν από τον πόλεμο και κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής έγραψε στη Θεσσαλονίκη τα πιο πολλά από τα καλύτερα του τραγούδια. Άλλωστε παντρεύτηκε Θεσσαλονικιά, οπότε η σχέση του με την πόλη δεν διαταράχτηκε μέχρι το τέλος. Διότι πέρα από γραφικότητες ή μυθιστορηματικές και σκηνοθετικές προσεγγίσεις το περιβάλλον –τα κτίρια, οι άνθρωποι, οι καταστάσεις, ακόμη και το κλίμα-, επηρεάζουν υποδόρια, αλλά πάντως καθοριστικά τους λαϊκούς δημιουργούς. Με αυτή την έννοια τα τραγούδια του Τσιτσάνη –το έργο μου, όπως ο ίδιος έλεγε- έχουν την ανεξίτηλη σφραγίδα της Θεσσαλονίκης. Και κάτι από την υγρασία και την ομίχλη της. Αποτελούν, δε, αδιάσειστη απόδειξη της σημασίας που έχει η πόλη για το ρεμπέτικο και την ιστορία του.

Μια πλατεία στην Άνω Πόλη

Όλα αυτά παραμένουν εν πολλοίς στο ιστορικό περιθώριο της Θεσσαλονίκης. Μια πλατεία στο όνομα του, κάπου στην Άνω Πόλη, αξιώθηκε ο Τσιτσάνης κι αυτό πολλά χρόνια μετά το θάνατό του. Δεν υπάρχει καν μια μικρή επιγραφή που να θυμίζει ότι στο ισόγειο του κτιρίου της οδού Παύλου Μελά 22 λειτούργησε από το 1942 –μέσα στην Κατοχή- το περίφημο «Ουζερί Τσιτσάνη», στο μικρό πάλκο του οποίου ακούστηκαν για πρώτη φορά θρυλικά τραγούδια, όπως το Μπαξέ Τσιφλίκι, οι Αραπίνες, η Αχάριστη, η Λιτανεία του μάγκα, το Βάρκα γυαλό, το Τρέξε μάγκα να ρωτήσεις, το Τρελή που θέλεις να με στεφανώσεις, που έγραψε ο Τσιτσάνης στο σπίτι που έμενε, στην άλλη πλευρά του δρόμου, στο νούμερο 21 της οδού Παύλου Μελά. Εκεί που πιθανότατα συνέλαβε την πρώτη ιδέα κι έπαιξε στο μπουζούκι τις πρώτες νότες της θρυλικής Συννεφιασμένης Κυριακής.

Τα τραγούδια του Τσιτσάνη, αλλά και τα υπόλοιπα ρεμπέτικα, είναι από πολλές έννοιες «ζωντανά», αφού τραγουδιούνται σε καθημερινή βάση και στη Θεσσαλονίκη, όπως άλλωστε σε όλη την Ελλάδα, ενώ το αίσθημα που μεταφέρουν είναι βαθύ και υγρό. Ζεστό και δροσιστικό ταυτόχρονα. Οπότε η θεσμική ενασχόληση μαζί τους και με τους δημιουργούς τους μοιάζει περιττή. Ίσως και ζημιογόνα. Αλλά πάλι μια πόλη, δηλαδή μια κοινωνία, οφείλει να τιμά όχι μόνο την επίσημη, αλλά και την… ανεπίσημη ιστορία της. Μόνο που στη Θεσσαλονίκη όλα αυτά μοιάζουν –ή μάλλον αποδεδειγμένα είναι- ψιλά γράμματα.

πηγή φωτογραφίας peebe.gr




A+
A-







ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ